Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

Άστεγος συνήγορος των δικαιωμάτων των αστέγων


Ο Έρικ Σέπτοκ είναι ένας άστεγος Αμερικανός πολίτης που αγωνίζεται για τα δικαιώματα των άλλων αστέγων χρησιμοποιώντας το διαδίκτυο, και ιδιαίτερα τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης. Έχει χιλιάδες διαδικτυακούς φίλους, δίνει διαλέξεις σε κολέγια και είναι γνωστός στα Μέσα. Ωστόσο παραμένει άστεγος ώστε να είναι ελεύθερος να συνεχίσει την εκστρατεία του.

Ο Έρικ Σέπτοκ έχει 4.548 φίλους στο Facebook, 839 άτομα που τον ακολουθούν στο Twitter και 1.600 αδιάβαστα e-mail. Αυτό που δεν έχει, είναι σπίτι. Ο 41χρονος άνεργος, πρώην τοξικομανής Σέπτοκ αυτοαποκαλείται «άστεγος συνήγορος αστέγων» και δεν είχε μόνιμη διεύθυνση τα τελευταία 15 χρόνια. Έχει αφιερωθεί στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των αστέγων, κάτι που θεωρεί εργασία πλήρους απασχόλησης, του δίνει σκοπό και την αίσθηση ότι ανήκει κάπου.

Στους διαδικτυακούς του φίλους περιλαμβάνονται πολλοί που ασχολούνται με την προστασία των αστέγων, οργανώσεις, δικηγόροι και απλοί πολίτες που τον χρησιμοποιούν ως σύνδεσμο με την κοινότητα των αστέγων στην Ουάσινγκτον όπου ζει. Δίνει συχνά διαλέξεις σε κολέγια ανά τη χώρα με τη βοήθεια της Εθνικής Συμμαχίας για τους Άστεγους και περνά πολλές ώρες της ημέρας στο διαδίκτυο στέλνοντας αμέτρητα e-mail στις υπεύθυνες αρχές, συχνά εκ μέρους άλλων, διαμαρτυρόμενος για τα κακώς κείμενα.

Η δραστηριότητά του αυτή, ωστόσο, τον έχει αποτρέψει από το να ψάξει εργασία και να αποκτήσει μόνιμη διεύθυνση. Προτιμά να αφιερώνει το χρόνο του στη διαδικτυακή του εκστρατεία και να διαμένει στον ίδιο ξενώνα που τον φιλοξενεί από το 2008, καθώς όπως υποστηρίζει: «Πάρα πολλοί άστεγοι άνθρωποι με θαυμάζουν, δεν μπορώ να τους εγκαταλείψω. Η συνείδησή μου δε θα μου το επιτρέψει». Συνεχίζει λοιπόν να μοιράζεται ένα μικρό δωμάτιο με 11 ακόμα άτομα, με μόνο έσοδο τις διαφημίσεις στο μπλογκ του και τα χρήματα που λαμβάνει για τις διαλέξεις του.

Καθημερινά ξυπνά και αφήνει πίσω του τον χαώδη ξενώνα, περνώντας τη μέρα του στους κοινόχρηστους υπολογιστές της δημόσιας βιβλιοθήκης και μίας μη κυβερνητικής οργάνωσης που παρέχει γεύματα στους αστέγους. Τα έσοδά του μετά βίας φτάνουν για να αγοράζει μερικά ρούχα και να πληρώνει το λογαριασμό του κινητού τηλεφώνου του, το οποίο είναι απαραίτητο για τη δράση του ως συνήγορου των αστέγων.

Οι αρχές και όσοι ασχολούνται με το θέμα των αστέγων γνωρίζουν τον Σέπτοκ, ο οποίος τους πλημμυρίζει καθημερινά με e-mail για προβλήματα στους ξενώνες, διαμαρτυρίες, προτάσεις για φθηνότερα ενοίκια και περισσότερους ξενώνες, καθώς και κριτική για την πολιτική της κυβέρνησης. Στόχος του είναι συχνά ο δήμαρχος της Ουάσινγκτον. Μάλιστα, υπογράφει όλα τα e-mail με το τηλέφωνό του, τις διευθύνσεις των μπλογκ του και τη φράση «Ο δήμαρχος Φέντι έχει πονοκέφαλο και ο πονοκέφαλός του έχει όνομα – Έρικ Τζόναθαν Σέπτοκ», ακολουθούμενη από τον αριθμό τηλεφώνου του γραφείου του δημάρχου.

Οι διαμαρτυρίες του πιάνουν τόπο. Φέτος, διαμαρτυρήθηκε για μια διαρροή στον γυναικείο ξενώνα αστέγων, γράφοντας ότι: «Παίρνει περισσότερο χρόνο στην πολιτεία να φτιάξει αυτή τη διαρροή, παρά αυτή στον κόλπο του Μεξικού». Όταν η φράση του μεταφέρθηκε αυτούσια στους υπευθύνους, η διαρροή επισκευάστηκε άμεσα.

Ο Σέπτοκ μεγάλωσε σε μία αυστηρή, θρησκευόμενη ανάδοχη οικογένεια μαζί με ακόμα 36 παιδιά. Είχε βρεθεί εγκαταλελειμμένος σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου σε ηλικία 8 μηνών, με σοβαρά κατάγματα στο κρανίο του. Οι γιατροί προέβλεψαν ότι θα είχε νοητικά προβλήματα, ωστόσο αποφοίτησε από το λύκειο και εργάστηκε για χρόνια. Κατέληξε σταδιακά να ζει στο δρόμο, εθίστηκε στα ναρκωτικά αλλά απεξαρτήθηκε. Όταν κάποια στιγμή του δόθηκε η ευκαιρία να υπερασπιστεί τους υπόλοιπους άστεγους, το να είναι άστεγος έγινε η ταυτότητά του. Για τον Σέπτοκ είναι πλέον πιο σημαντικό να έχει 5.000 φίλους στο Facebook, παρά 5.000 δολάρια στην τράπεζα.

Πηγή: Ουάσινγκτον Ποστ

αντιγραφή από το tvxs

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Υπερδύναμη με κουπόνι σίτισης και επίδομα ανεργίας!


Του ΘΑΝΑΣΗ ΤΣΙΤΣΑ tsitsas@enet.gr

Αλλοι 746 χιλιάδες Αμερικανοί υπέβαλαν τον μήνα Δεκέμβριο αίτηση για χορήγηση κουπονιών σίτισης, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των πολιτών στα 37,9 εκατ. και σπάζοντας παράλληλα για ένατο μήνα τον αριθμό-ρεκόρ όλων εκείνων που καταφεύγουν στα κοινωνικά προγράμματα αγοράς τροφίμων.

Το ομοσπονδιακό πρόγραμμα, το οποίο στο παρελθόν χαρακτηρίστηκε μέχρι και αποτυχημένο, σήμερα, εν μέσω οικονομικής κρίσης, αποτελεί μια ανακούφιση για χιλιάδες αμερικανικές οικογένειες. Βοηθά πλέον 1 στους 8 Αμερικανούς και καλύπτει 1 στα 4 παιδιά, παρέχοντας σε κάθε άτομο το ποσό των 133,6 δολαρίων μηνιαίως για κάποια συγκεκριμένα είδη πρώτη ανάγκης, όπως γάλα, ψωμί και τυρί.

Η πλειονότητα των δικαιούχων έχουν εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας και το πρόγραμμα αφορά άγαμες μητέρες, μακροχρόνιους και νέους ανέργους, αλλά και εργάτες των οποίων μειώθηκαν οι ώρες απασχόλησης ή ο μισθός τους. Ο αριθμός των Αμερικανών πολιτών που κάνουν χρήση των κουπονιών σίτισης εκτινάχθηκε στα ύψη λόγω της οικονομικής ύφεσης, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι χαλάρωσαν τα κριτήρια χορήγησής τους. Ηταν αποτέλεσμα μιας διακομματικής προσπάθειας Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων και το επιστέγασμα μιας τεράστιας αντιστροφής του προγράμματος από τη δεκαετία του '90, όταν Συντηρητικοί βουλευτές και γερουσιαστές επιχείρησαν να καταργήσουν την παροχή των κουπονιών σίτισης, θεσπίζοντας μεγάλες περικοπές και εισάγοντας δύσκολες γραφειοκρατικές διαδικασίες για την απόκτησή τους.

Από τα εγκαταλειμμένα τουριστικά ξενοδοχεία της Φλόριντας μέχρι τα χωριά της Αλάσκας, το πρόγραμμα «διατροφικής βοήθειας», όπως αποκαλείται, διευρύνεται σήμερα με την ιλιγγιώδη ταχύτητα των περίπου 20.000 Αμερικανών πολιτών ημερησίως. Υπολογίζεται ότι υπάρχουν τουλάχιστον 239 κομητείες στις ΗΠΑ όπου τουλάχιστον το 1/4 του πληθυσμού λαμβάνει κουπόνια τροφίμων, σύμφωνα με έρευνα των «Νιου Γιορκ Τάιμς». Σε περισσότερες από 750 κομητείες, επίσης, το πρόγραμμα των κουπονιών συμβάλλει στη σίτιση ενός στους τρεις μαύρους πολίτες, ενώ σε περισσότερες από 800 κομητείες συμβάλλει στη διατροφή ενός στα τρία παιδιά. Καθώς η χρήση και η ζήτηση κουπονιών σίτισης είναι μεγαλύτερη εκεί όπου η φτώχεια αγγίζει τα χαμηλά εισοδήματα, η αύξηση της ζήτησης έχει μετατοπιστεί τώρα σε περιοχές όπου μαζικά κατασχέθηκαν σπίτια λόγω της πρόσφατης κρίσης με τα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια.

Αν και το πρόγραμμα σίτισης επεκτείνεται με γεωμετρικούς ρυθμούς, ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Κέβιν Κόνκανον, ανακοίνωσε ότι η Ουάσιγκτον θέλει να δει να αναπτύσσεται ακόμα γρηγορότερα, αφού οι υπηρεσίες του εκτιμούν ότι υπάρχουν άλλα 15-16 εκατ. Αμερικανοί πολίτες (!), οι οποίοι θα μπορούσαν να ευεργετηθούν από τα προγράμματα σίτισης. «Βρισκόμαστε σε συναγερμό. Είμαστε στην πιο δύσκολη περίοδο για τα προγράμματα σίτισης από την εποχή της μεγάλης οικονομικής ύφεσης του '29. Είναι καιρός να αντιμετωπίσουμε θαρραλέα το γεγονός ότι στη χώρα της αφθονίας υπάρχουν εκατομμύρια συμπολίτες μας που πεινούν».

πηγή Ελευθεροτυπία

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

"Θρησκεία ο συντηρητισμός στις ΗΠΑ"


Los Angeles Times

Η βαθύτερη αλλαγή που έχει γνωρίσει η αμερικανική πολιτική κουλτούρα τα τριάντα τελευταία χρόνια ίσως να είναι η μετατροπή του συντηρητισμού από ένα πολιτικό κίνημα σε ένα είδος θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Η μετατροπή αυτή δεν είναι τόσο αποτέλεσμα της συμμαχίας ανάμεσα στους ευαγγελικούς προτεστάντες και τη δεξιά (αν και η συμμαχία αυτή έπαιξε ασφαλώς ρόλο), όσο προϊόν μιας βεβαιότητας τόσο ακλόνητης που δεν συναντά πλέον καμιά πολιτική αντίδραση.

Όπως σημειώνει ο Νιλ Γκάμπλερ στους "Λος Άντζελες Τάιμς", αυτό που βλέπουμε σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένας πολιτικός φονταμενταλισμός που έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Επί πολλούς αιώνες, η αμερικανική δημοκρατία οικοδομήθηκε πάνω σε αμοιβαίες παραχωρήσεις, στη διαπραγμάτευση, τον συμβιβασμό, την αποδοχή του γεγονότος ότι η πλειοψηφία κυβερνά με σεβασμό των δικαιωμάτων της μειοψηφίας, και κυρίως στον σεβασμό των αποφάσεων της πλειοψηφίας. Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, αντίθετα, στηρίζεται σε αναλλοίωτες αλήθειες που δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, δεν αλλάζουν, δεν υπόκεινται σε συμβιβασμούς. Με την έννοια αυτή, είναι διαμετρικά αντίθετος προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία, όπως ασκείται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι δημοκράτες από όλο το πολιτικό φάσμα είναι ίσως έτοιμοι να υπερασπιστούν τη δημοκρατία μέχρι θανάτου, ελάχιστοι από αυτούς όμως θα υπερασπιστούν μια συγκεκριμένη πολιτική μέχρι θανάτου. Υπό κανονικές συνθήκες, δεν ξεκινά κανείς μια αιματηρή σταυροφορία για τη ρύθμιση του τραπεζικού συστήματος, τη θέσπιση ελαχίστου μισθού ή τη μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας. Όταν όμως η πολιτική γίνεται θρησκεία, κάθε πολιτική απόφαση γίνεται υπόθεση ζωής ή θανάτου. Και αυτό ακριβώς παρατηρείται σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τα μέλη του κινήματος Tea Party (που εδώ κι ένα χρόνο οργανώνει θορυβώδεις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις), όλοι εκείνοι που συγκρίνουν τον Ομπάμα με τον Χίτλερ ή τον Στάλιν, οι έξαλλοι τηλεπαρουσιαστές που βγάζουν το ψωμί τους χαρακτηρίζοντας συλλήβδην τους προοδευτικούς εχθρούς της Αμερικής (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Γκλεν Μπεκ, που την εκπομπή του στο Fox News παρακολουθούν 2,3 εκατομμύρια Αμερικανοί), δεν αρκούνται να ασκούν τα δικαιώματά τους στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος. Πιστεύουν ειλικρινά ότι το αμερικανικό πολιτικό σύστημα, εκείνο ακριβώς το σύστημα που εξέλεξε τον Ομπάμα, δεν λειτουργεί πια. Και ότι ο μόνος τρόπος να λειτουργήσει ξανά είναι να αντικατασταθούν οι αβεβαιότητες της πολιτικής ζωής με τις δικές τους βεβαιότητες.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν δέχονται καμιά αμφισβήτηση, και αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο ο συντηρητισμός έχει μετατραπεί σε θρησκεία. Ο ορθός λόγος δεν τους αφορά, καθώς τα επιχειρήματά τους στηρίζονται στην πίστη και όχι στα γεγονότα. Τίποτα δεν μπορεί να τους κάνει να αλλάξουν, αφού δεν μπορείς να πείσεις τους φανατικούς της θρησκείας για κάτι στο οποίο δεν πιστεύουν ήδη.

Το πρόβλημα είναι μεγάλο, και δεν αφορά μόνο τους προοδευτικούς, αλλά και τους μετριοπαθείς συντηρητικούς που θεωρούν ότι ο συντηρητισμός είναι ιδεολογία και όχι ορθοδοξία. Η θρησκεία δεν μπορεί να καταπολεμηθεί με την πολιτική. Να γιατί η άκρα δεξιά «κερδίζει» τόσες μάχες. Οι φανατικοί του πολιτικού φονταμενταλισμού χαρακτηρίζονται εξ ορισμού από μεγαλύτερο ζήλο σε σχέση με τους προοδευτικούς ή τους μετριοπαθείς συντηρητικούς. Είναι πιο θορυβώδεις, πιο αδιάλλακτοι, πιο δυσαρεστημένοι, πιο απειλητικοί, πιο αποφασισμένοι να κάνουν τα πάντα προκειμένου να νικήσουν. Η ήττα είναι γι' αυτούς αδιανόητη. Κάθε πολιτική μάχη είναι μια σταυροφορία, ένας ιερός πόλεμος, μια αντιπαράθεση του καλού με το κακό.

Εκείνοι που αντιτίθενται στη θρησκευτική στροφή της πολιτικής πιστεύουν ίσως ότι είναι αρκετό να αλλάξουν στρατηγική. Αλλά κάνουν λάθος. Δεν θα μπορέσουν να κερδίσουν ποτέ τους φονταμενταλιστές, αφού οι τελευταίοι δεν θεωρούν ότι δίνουν μια πολιτική μάχη, αλλά την τελευταία μάχη της Αποκάλυψης.