Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Τα Δάνεια της Επανάστασης του 1821


Τα ληστρικά δάνεια του Αγώνα της ανεξαρτησίας στη "Μηχανή του Χρόνου". Η καταπληκτική ιστορία ενός έθνους που πριν καν απελευθερωθεί, άρχισε να δανείζεται βάζοντας υποθήκη την εθνική γη που δεν του ανήκε. Θα παρακολουθήσουμε τα δύο δάνεια του 1824 και 1825 και πως η Ελλάδα ενώ χρεώθηκε 2.800.000 λίρες, έλαβε μόνο 600.000. Ο επαναστατημένος λαός έπεσε θύμα εκμετάλλευσης από τους βρετανούς τραπεζίτες που προσπάθησαν με κάθε τρόπο να κερδοσκοπήσουν με το αίμα του φτωχού ελληνικού λαού.



Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Νίκος Σβορώνος: Για την επανάσταση του 1821


Του Νίκου Σβορώνου

* Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στα γαλλικά στο περιοδικό L'autre Grece, 10, Απρίλιος 1973, με τον τίτλο "La guerre de l'Independance". Αναδημοσιεύθηκε στα ελληνικά, στο φυλλάδιο του Μορφωτικού Κέντρου Παρισιού με τον τίτλο "Η επανάσταση του 1821", στις 25 Μαρτίου 1975, και στην εφημερίδα Αυγή, στις 25 Μαρτίου 1976. Αργότερα συμπεριελήφθη στα Ανάλεκτα νεοελληνικής ιστορίας (εκδ. Θεμέλιο).

Η προετοιμασία της εξέγερσης

Ορισμένες ομάδες Ελλήνων, ακολουθώντας το παράδειγμα των μυστικών οργανώσεων της Δυτικής Ευρώπης και σε επαφή με τις στοές των μασόνων, άρχισαν να σχηματίζουν παρόμοια κινήματα με προοπτική την ετοιμασία της εθνικής εξέγερσης. Ο Ρήγας Φεραίος (1757-1798) είχε ανοίξει τον δρόμο, έχοντας κέντρο την πλούσια παροικία της Βιέννης διέδιδε την ιδέα της δημιουργίας μιας βαλκανικής δημοκρατίας με την αρχηγία των Ελλήνων Καταστρώνει το σχέδιο της Μεγάλης Χάρτας της Δημοκρατίας, που ονειρευόταν και επεξεργάζεται την Πολιτική Διοίκηση, την εμπνευσμένη από το γαλλικό σύνταγμα του 1793. Ο Ρήγας παραδόθηκε στους Τούρκους από τις αυστριακές αρχές και εκτελέστηκε στη φυλακή του Βελιγραδίου μαζί με μερικούς απ' τους συντρόφους του.

Αλλά το κίνημα συνεχίζεται. Άλλες οργανώσεις, που δημιουργήθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα, προεκτείνουν το έργο του: Το "Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον", που ιδρύθηκε το 1809 στο Παρίσι, και η "Εταιρεία των Φιλομούσων", που ιδρύθηκε το 1812 στην Αθήνα, κι ύστερα η "Φιλική Εταιρεία", η πιο σημαντική μυστική οργάνωση, ιδρυμένη στην Οδησσό το 1814, αυτή που έμελλε να οργανώσει γύρω της όλες τις δυνάμεις του έθνους και να αρχίσει την επανάσταση. Παρά τις διαφορετικές αποχρώσεις, ακόμα και τις αντιθέσεις που μπορεί κανείς να παρατηρήσει γενικά ανάμεσα σ' αυτές τις οργανώσεις και ειδικά στο εσωτερικό της καθεμιάς, ωστόσο παρουσιάζουν ένα κοινό βασικά χαρακτήρα. Εκείνοι που παίρνουν την πρωτοβουλία για την ίδρυσή τους είναι οι έμποροι και οι προοδευτικοί διανοούμενοι. Όλες αυτές οι οργανώσεις θεωρούν αξεχώριστα το ιδανικό του φιλελευθερισμού και το ιδανικό της εθνικής ανεξαρτησίας. Δεν πρόκειται λοιπόν εδώ ούτε για την επίσημη ιδεολογία της Εκκλησίας ούτε των Φαναριωτών σαν κοινωνικής ομάδας ούτε και των προκρίτων των επαρχιών.

Η Εκκλησία, που στην αρχή είναι δύσπιστη, αργότερα παίρνει μια στάση καθαρά εχθρική απέναντι στις ιδέες που προπαγανδίζουν την εξέγερση κι απέναντι στην ίδια τη φιλοσοφία όπου βασίζονται αυτές οι ιδέες??? τέλος, εγκαταλείπει την παλιά της ανεκτικότητα. Καταδίκες και αναθεματισμοί των καινούριων ιδεών και καταδίωξη των οπαδών τους διαδέχονται η μία την άλλη από την αρχή του 18ου αιώνα. Καταδικάζεται η φιλοσοφία του Μαλεμπράνς, η σκέψη του Βολταίρου, οι μασόνοι και οι Γάλλοι "άθεοι", κι ακόμα καταδικάζεται κάθε κίνημα εχθρικό προς τις τουρκικές αρχές, που ανακηρύσσονται "νόμιμες". Σε πολλές περιπτώσεις, οι πρόκριτοι των επαρχιών συμμετέχουν στην καταδίωξη των κλεφτών, κυρίως μετά την εξέγερση της Πελοποννήσου στα 1770, που καταστέλλεται με αγριότητα. Παρ' όλα αυτά, η επαναστατική επίλυση του εθνικού προβλήματος κέρδιζε συνεχώς έδαφος και προσεταιριζόταν ολοένα και πλατύτερα στρώματα του πληθυσμού. Εδώ αναμφίβολα μπορεί κανείς να δει τη σημασία που είχαν οι συντονισμένες ενέργειες της Εταιρείας. Ιδρυμένη από μεσαίους εμπόρους, δεν απευθυνόταν αρχικά παρά σε φιλελεύθερους διανοούμενους εμπόρους και επιχειρηματίες, στους πιο γνωστούς κλέφτες, σε τεχνίτες και σε πιο λαϊκά στρώματα. Μόνο γύρω στο 1819, όταν φάνηκε πως η επανάσταση ήταν αναπόφευκτη και επικείμενη, η Εταιρεία ανοίχτηκε σε ανθρώπους που ανήκαν σε άρχουσες ομάδες, τους Φαναριώτες, τους προεστούς, τους ιερωμένους. Μ' όλο που μας λείπει ακόμα μια σοβαρή μελέτη για την κοινωνική σύνθεση της Εταιρείας και για τις πολιτικές και κοινωνικές τάσεις που εκδηλώθηκαν στο εσωτερικό της, ωστόσο μερικές ενδείξεις μάς επιτρέπουν να διακρίνουμε τους διάφορους αλληλοσυγκρουόμενους προσανατολισμούς: αστικός φιλελευθερισμός, δημοκρατικό ή επαναστατικό πνεύμα, ιδιαίτερα ανάμεσα στους διανοούμενους, ολιγαρχικές τάσεις, μια στρατηγική που εκθειάζει την άμεση ένοπλη δράση, μια δεύτερη στρατηγική αναμονής, που τονίζει την αναγκαιότητα μορφωτικής και πολιτικής προετοιμασίας και τα εχέγγυα της υποστήριξης από ξένες δυνάμεις.

Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, φαίνεται πως οι κυριότερες τάσεις (φιλορωσική, φιλογαλλική, φιλοαγγλική), οι οποίες εκδηλώθηκαν τελείως κατά την επανάσταση και κατά τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους, προϋπήρχαν κιόλας. Όλες αυτές οι τάσεις αντιστοιχούν πραγματικά στις διάφορες ομάδες που συναποτελούν την ελληνική αστική τάξη της εποχής, καθώς κάθε ομάδα τη στιγμή της γέννησής της συνδέεται με τη μια ή την άλλη δύναμη που εμπορευόταν στην Ανατολή. Γιατί ένα από τα χαρακτηριστικά αυτής της τάξης των εμπόρων είναι ότι, όπως είδαμε, δημιουργήθηκε χάρη στην οικονομική δραστηριότητα αυτών των εθνών και ότι δεν μπορούσε ν' απελευθερωθεί απ' τ' εμπόδια που της έβαζαν οι Τούρκοι, παρά αν δεχόταν την προστασία της μιας ή της άλλης απ' αυτές τις δυνάμεις.

Απ' την άλλη πλευρά, η τεράστια κατάτμηση και οι μεγάλες οικονομικές αποστάσεις ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία αυτής της εμπορικής τάξης, οι διαφορετικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζούσε η καθεμιά τους, ευνοούσαν την ποικιλομορφία της πολιτικής και κοινωνικής ιδεολογίας τους. Το μεγαλύτερο τμήμα εκείνης που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μεγαλοαστική τάξη, ήταν εγκατεστημένο στο εξωτερικό. Μόνο η μεσαία εμπορική τάξη και οι εξαρτημένοι απ' αυτήν μικρέμποροι παρέμειναν μέσα στη χώρα και υπέμεναν την άμεση καταπίεση της τουρκικής κατοχής και τις συνέπειές της. Είναι, λοιπόν, φυσικό να συναντά κανείς μέσα σ' αυτή την τελευταία ομάδα ένα πιο ριζοσπαστικό πνεύμα. Ένας μεγάλος αριθμός απ' τους πιο μετριοπαθείς σημαντικούς εμπόρους, επιτρέπουν ένα συμβιβασμό, μια συμφωνία ανάμεσα σ' εκείνους και στις συντηρητικές ομάδες των προυχόντων. Άλλωστε, η ελπίδα μιας υποστήριξης απ' τη Ρωσία, μια δύναμη φεουδαρχική, ιδρυτικό μέλος της Ιεράς Συμμαχίας, υποστήριξη που την είχαν έντεχνα διαδώσει οι αρχηγοί της Εταιρείας, διευκόλυνε αυτή τη συμφωνία. Αξίζει να σημειώσουμε πως στα 1820 επικεφαλής της Εταιρείας βρισκόταν ο υπασπιστής του Τσάρου Αλέξαντρος Υψηλάντης και πως από το 1819 αξιόλογος αριθμός από προεστούς και Φαναριώτες είχαν γίνει μέλη της.

Η Ελληνική Επανάσταση δεν ήταν ένα απομονωμένο φαινόμενο. Στα 1820 είχαν ξεσπάσει στην Ευρώπη και στη Νότιο Αμερική και άλλα επαναστατικά κινήματα εθνικοαπελευθερωτικού χαρακτήρα. Στη Νότιο Αμερική, οι αποικίες της Ισπανίας εξεγέρθηκαν. Οι λαοί του Πεδεμοντίου, της Νάπολης και της Ισπανίας είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στον απολυταρχισμό. Όλα αυτά τα κινήματα κλόνιζαν σοβαρά τις αρχές της νομιμοφροσύνης και της ισορροπίας στην Ευρώπη, που τις είχε επιβάλει το συνέδριο της Βιέννης στα 1815 και που η Ιερή Συμμαχία (Αυστρία, Ρωσία, Πρωσία), ακολουθημένη απ' την Αγγλία και τη Γαλλία, εννοούσε να διασφαλίσει. Σύμφωνες μεταξύ τους, σ' αυτό το σημείο, οι δυνάμεις αυτές κατάφεραν να καταπνίξουν πολύ γρήγορα τα φιλελεύθερα επαναστατικά κινήματα στη Δυτική Ευρώπη. Αποδοκίμασαν, εννοείται, και την Ελληνική Επανάσταση, που τη συνέχεαν με τα κινήματα αυτά. Αλλά η αμοιβαία δυσπιστία τους και οι βαθιές τους ασυμφωνίες, κυρίως στο Ανατολικό Ζήτημα ανάμεσα στη Ρωσία και τη Μεγάλη Βρετανία, δεν διευκόλυναν μια συνεννόηση για τη γραμμή που έπρεπε να ακολουθήσουν στην αντιμετώπιση της ελληνικής υπόθεσης.

Το ζήτημα περιπλεκόταν ακόμα πιο πολύ από τον ειδικό και πολύπλοκο χαρακτήρα του ελληνικού κινήματος. Βέβαια, ήταν ένα κίνημα εθνικό??? αλλά και κίνημα ενός χριστιανικού λαού ενάντια στον μουσουλμάνο κατακτητή που δεν ήταν εύκολο να θεωρηθεί νόμιμος. Τέλος, ήταν κίνημα ενός λαού που σ' εκείνη τη ρομαντική εποχή και μόνο το άκουσμα του ονόματός του είχε τόση δύναμη υποβλητική που ξεσήκωσε ομόφωνη την παγκόσμια κοινή γνώμη, και οι κυβερνήσεις, ακόμα και οι πιο απολυταρχικές, έπρεπε να τη λογαριάζουν. Οι φιλελεύθεροι όλων των χωρών, εκείνοι που πρώτοι ξεσήκωσαν αυτό το φιλελληνικό ρεύμα, προβάλλουν κυρίως τον εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα του κινήματος. Ο αγώνας για τους Έλληνες ήταν και δικός τους αγώνας. Μιά αντεπίθεση αυτή τη φορά στις αντιδραστικές δυνάμεις που είχαν καταστείλει τα ευρωπαϊκά απελευθερωτικά κινήματα. Οι άνθρωποι των γραμμάτων πάλι ονειρεύονταν την ανάσταση της κλασικής Ελλάδας, ενώ οι συντηρητικοί και οι βασιλόφρονες, που βλέπανε πίσω απ' την ελληνική εξέγερση τις ραδιουργίες των φιλελευθέρων, απέφευγαν αρχικά να πάρουν τη θέση ή παρέμεναν εχθρικοί. Τελικά όμως, η ελληνική υπόθεση κέρδισε ένα μεγάλο τμήμα τους, προτάσσοντας τον χριστιανικό χαρακτήρα του κινήματος, χωρίς ωστόσο και να εγκαταλείψουν την πολεμική τους ενάντια στους φιλελεύθερους. Έτσι, η ελληνική υπόθεση αποτελούσε ένα θέμα εσωτερικής διαμάχης σε κάθε χώρα ανάμεσα στις ανταγωνιζόμενες δυνάμεις της Ευρώπης.

Όψεις «συνεργασίας» χριστιανών και μουσουλμάνων στην περίοδο της Επανάστασης

ΟΜΕΡ ΒΡΥΩΝΗΣ Το 1822, όταν ο μικρασιατικής καταγωγής Κιουταχής εκστρατεύει στη δυτική Στερεά Ελλάδα, ο Αλβανός ανταγωνιστής του Ομέρ Βρυώνης, που διατηρούσε δεσμούς με χριστιανούς επαναστάτες οπλαρχηγούς, γράφει στον Γεώργιο Βαρνακιώτη: «Φίλε μου και πιστέ μου καπετάν Γεωργάκη, σου φιλώ τα μάτια. Και αυτού έρχεται ο χαλτούπης [χαλντούπης = υποτιμητική ονομασία που χρησιμοποιούσαν οι Αλβανοί για τους μικρασιάτες Οθωμανούς όπως ο Κιουταχής] και κοιτάξτε να μη με εντροπιάσετε, αλλά να τον κτυπήσετε, όσο και αν ημπορείτε. Αλλέως μη κάμετε, χαράμι να σας γένη!


Του Παναγιώτη Στάθη*

Για την παραδοσιακή εθνική ιστοριογραφία, η επανάσταση του 1821 συνιστά την κατάληξη δύο αδιάκοπα αντιπαρατιθέμενων εθνών: των κατακτητών Τούρκων και των σκλαβωμένων Ελλήνων. Καθώς όμως ο κύριος ταυτοτικός προσδιορισμός στην οθωμανική περίοδο ήταν θρησκευτικός, η εθνική ιστοριογραφία διολισθαίνει σε μια εθνική τυπολογία, όπου οι χριστιανοί των ελλαδικών περιοχών είναι Έλληνες και, αντιστοίχως, οι μουσουλμάνοι είναι Τούρκοι. Παράλληλα, η εθνική ιδεολογία καθιστά το έθνος μια οντότητα αχρονική και ανιστορική, χωρίς σημαντικές αλλαγές στο πέρασμα του χρόνου και χωρίς ανταγωνιστικές κοινωνικές ή εθνοτικές ταυτότητες που να διαμφισβητούν την πρωταρχικότητα αφοσίωσης στο έθνος. Για την εθνική ιστοριογραφία, οι όποιες σχέσεις ή συνεργασίες χριστιανών με μουσουλμάνους, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, είτε εξοβελίζονται ως προδοσίες είτε εκλαμβάνονται ως τεχνάσματα των Ελλήνων για να ξεγελάσουν τους Τούρκους.

Ωστόσο, η δυνατότητα ακριβώς αυτών των συνεργασιών υποδεικνύει ότι η μετάβαση από τις παραδοσιακές προεπαναστατικές ταυτότητες στην εθνική δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε αυτόματη, χωρίς δηλαδή επαναπροσδιορισμούς που συντάραζαν συθέμελα τον ιδεολογικό κόσμο των κοινωνικών υποκειμένων. Στον παραδοσιακό οθωμανικό κόσμο είχαν διαμορφωθεί ιδεολογικά μορφώματα που νομιμοποιούσαν την υποταγή των χριστιανών, είχαν όμως, παράλληλα, διαμορφωθεί κοινωνικές ιεραρχίες ή σχέσεις που έτεμναν κάθετα την οριζόντια διαστρωμάτωση μουσουλμάνων-χριστιανών: λ.χ. ο χώρος των επαγγελματιών ενόπλων χαρακτηριζόταν από έντονη κοινωνική κινητικότητα και μεικτή θρησκευτική δομή, μολονότι η κινητικότητα αυτή είχε περιορισμένα όρια για τους χριστιανούς. Παραδοσιακές προσλήψεις της κοινωνικής οργάνωσης και διαθρησκευτικοί δεσμοί μπορούσαν να ανακληθούν, κάθε φορά που η επανάσταση έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα ή τις ζωτικές ανάγκες κοινωνικών ομάδων ή ατόμων.

Η πιο γνωστή περίπτωση συνεργασίας μουσουλμάνων-χριστιανών είναι η λεγόμενη ελληνοαλβανική συμμαχία του 1821, που επικυρώνεται με έγγραφο της 1ης Σεπτεμβρίου 1821(1) και συνιστά την κατάληξη εξελίξεων που ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1820, όταν ξέσπασε η από καιρό σοβούσα κρίση μεταξύ Αλή πασά και σουλτάνου. Ισχυρά σουλτανικά στρατεύματα εκστράτευσαν εναντίον του ανυπάκουου στην Πύλη και ημιαυτόνομου Αλή, ενώ οι εντεταλμένοι για την άμυνα σε διάφορα σημεία του πασαλικιού, χριστιανοί και μουσουλμάνοι οπλαρχηγοί του Αλή, μπροστά στις υπέρτερες σουλτανικές δυνάμεις, «προσκύνησαν», αφήνοντας τα σουλτανικά στρατεύματα να περάσουν ελεύθερα, και οι περισσότεροι πέρασαν στο σουλτανικό στρατόπεδο με αντάλλαγμα τη διατήρηση αρματολικιών και διοικητικών θέσεων. Ανάμεσά τους, ήταν γνωστοί αρματολοί, όπως οι Λαζαίοι, Βλαχαβαίοι, Καρατάσος, Μπακόλας, Στορνάρης, Ανδρούτσος, ακόμη και οι γιοι του Αλή πασά. Έτσι, οι σουλτανικοί φτάνουν εύκολα στα Γιάννενα και αρχίζουν να πολιορκούν τον Αλή. Παράλληλα, καλούν όσους είχε εκδιώξει ο Αλής από τις περιοχές τους (όπως οι Σουλιώτες) να επιστρέψουν και να ενισχύσουν τις σουλτανικές δυνάμεις, με αντάλλαγμα την επανεγκατάσταση στα χωριά τους.

Οι Σουλιώτες

Τον Σεπτέμβριο του 1820, ο Αλή πασάς έχει μείνει σχεδόν μόνος στα Γιάννενα και οι μέρες του δείχνουν μετρημένες. Ωστόσο, η απρόσμενη αντοχή του στην πολιορκία και οι διογκούμενες δυσαρέσκειες πολλών οπλαρχηγών του σουλτανικού στρατοπέδου, εξαιτίας της αθέτησης των σουλτανικών υποσχέσεων για απονομή αξιωμάτων, αλλάζουν τη ροή των πραγμάτων. Οι Σουλιώτες, βλέποντας ότι οι σουλτανικοί αποφεύγουν να τους δώσουν το Σούλι, προσχωρούν στον Αλή πασά, με αντάλλαγμα το Σούλι. Στον Αλή πασά επιστρέφουν και αρκετοί μουσουλμάνοι Αλβανοί αγάδες, πρώην οπλαρχηγοί του Αλή, που είχαν προσχωρήσει στους σουλτανικούς και δυσαρεστήθηκαν από τη βαθμιαία υποβάθμισή τους στο σουλτανικό στρατόπεδο. Από τον Ιανουάριο του 1821, Σουλιώτες και Αλβανοί αγάδες δρουν από κοινού εναντίον των σουλτανικών στρατευμάτων και καταφέρνουν, μέχρι το καλοκαίρι του 1821, να ελέγξουν μεγάλο τμήμα της Ηπείρου. Παράλληλα, την άνοιξη ξεκινά η επανάσταση στην Πελοπόννησο και την ανατολική Στερεά, ταραχές και ανταρσίες ξεσπούν στην Αλβανία και διογκώνεται η δυσαρέσκεια των αγροτικών πληθυσμών της Ηπείρου και της δυτικής Στερεάς, εξαιτίας της κρίσης που επιφέρει η πολεμική σύγκρουση Αλή-σουλτάνου στην περιοχή τους (αναγκαστική φορολόγηση για τη σίτιση των στρατευμάτων και συνεχείς λεηλασίες). Οι εξελίξεις μοιάζουν να γέρνουν προς την πλευρά του Αλή πασά. Οι χριστιανοί αρματολοί των δυτικοελλαδικών περιοχών, πιεζόμενοι από βορρά, νότο και από τους πληθυσμούς των αρματολικιών τους, αλλάζουν στάση και σχεδόν ταυτόχρονα προσχωρούν στην ελληνική επανάσταση και συνάπτουν την προαναφερόμενη συμμαχία με τους Σουλιώτες και τους Αλβανούς αγάδες το καλοκαίρι του 1821. Στο κείμενο της συνθήκης, που έχει διακηρυγμένο σκοπό τη σωτηρία του Αλή πασά και «του εαυτού» τους, υπάρχουν δύο ρήτρες που ξεφεύγουν από το πνεύμα υποταγής στον Αλή: 1. Αν ο Αλή πασάς, όταν σωθεί, προσπαθήσει να βλάψει κάποιον από τους συμμάχους, όλοι οι σύμμαχοι οφείλουν να αντισταθούν. 2. Όσα τσιφλίκια είχε πάρει ο Αλής με τη βία, να απελευθερωθούν και να φορολογούνται ως ελεύθερα χωριά και όχι ως τσιφλίκια.

Η συνθήκη υπαγορεύεται από τις στρατηγικές διατήρησης των κεκτημένων συμφερόντων των παραδοσιακών επαγγελματιών ενόπλων και δεν εντάσσεται στους σχεδιασμούς της επανάστασης, μολονότι για λόγους τακτικής επιδοκιμάζεται από τις επαναστατικές αρχές. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1821 δημοσιεύεται στην εφημερίδα Αιτωλική του Μεσολογγίου το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι, που αναφέρεται στους μουσουλμάνους Αλβανούς της συμμαχίας:

«Aγάδες της Aλβανιτιάς του Λιουμ Tεπελένας

και σεις από τα άντικρυς χωρία της Δερβένας

η φήμη σας ονόμασε πύργους εμπιστοσύνης

γνήσια τέκνα της τιμής και της ευγνωμοσύνης».(2)

Επακόλουθο, ώς ένα βαθμό, αυτής της συμμαχίας είναι η χωριστή συνθήκη αποχώρησης που συνάπτουν οι έγκλειστοι στην πολιορκημένη Τριπολιτσά μουσουλμάνοι Αλβανοί με τους Έλληνες πολιορκητές. Οι Αλβανοί της Τριπολιτσάς είχαν συγγενικούς και άλλους δεσμούς με τους Αλβανούς αγάδες της προαναφερόμενης συμμαχίας. Οι Αλβανοί αγάδες που υπέγραψαν τη συμμαχία της 1ης Σεπτεμβρίου, μαθαίνοντας τη δύσκολη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Τριπολιτσά, ζήτησαν από τους χριστιανούς συμμάχους τους να μεσολαβήσουν για τον απεγκλωβισμό των εγκλείστων Αλβανών. Έτσι, εστάλησαν στην Τριπολιτσά οι προεστοί της Αιτωλοακαρνανίας, Χρηστάκης Στάικος και Δημήτρης Καραπάνος. Τελικά, μετά από διαπραγματεύσεις, κατέστη δυνατή στις 18 Σεπτεμβρίου 1821 συμφωνία μεταξύ των πολιορκημένων Αλβανών και των πολιορκούντων Ελλήνων, να αποχωρήσουν οι πρώτοι με τα όπλα τους και την κινητή περιουσία τους στην Ήπειρο και να μην ξαναπολεμήσουν κατά των Ελλήνων. Ο Κολοκοτρώνης, σε επιστολή του της 21/9/1821 προς τους Υδραίους προκρίτους, ανακοινώνει τη συμφωνία: «ήδη εποιήσαμεν συνθήκας μετά των Αλβανιτών και τοις εδώσαμεν την άφεσιν ανεπηρέαστον της εξόδου των διά την Ρούμελην προς τον Αλή πασάν, ποιήσαντες συμφωνίαν και συμμαχίαν μετ’ αυτών εν όσω ζη ο Αλή πασάς και είναι μεθ’ ημών, να είναι και αυτοί σύμμαχοι αχώριστοι […] Και αφού συν Θεώ απαλλαγώμεν των Αλβανιτών ελπίζομεν εντός ολίγου την καταστροφήν των εγχωρίων».(3) Έτσι, κατά την άλωση (23/9), σε εφαρμογή της συμφωνίας, οι Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας προστάτεψαν τους 2.000 περίπου Αλβανούς και τους συνόδεψαν μέχρι το Αίγιο.

Το φθινόπωρο του 1821, κατά την εκλογή αντιπροσώπων για την Α' εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, οι Αλβανοί αγάδες ορίζουν τους μουσουλμάνους Tαχήρ Aμπάζη και Zατόμπεη Bασιάρη. Αυτοί, περνώντας από την Αιτωλοακαρνανία, βλέπουν ότι οι χριστιανοί έχουν βεβηλώσει τα τζαμιά και κακοποιήσει τις μουσουλμάνες γυναίκες και έχουν εξεγερθεί εναντίον όλων των μουσουλμάνων αδιακρίτως. Οι Αμπάζης και Βασιάρης επιστρέφουν στην Ήπειρο, την ώρα που ο Αλή πασάς, εξουθενωμένος από τη μακρά πολιορκία, δείχνει πλέον να μην αντέχει. Ο παλαιός Αλβανός σύντροφός τους, Ομέρ Βρυώνης, ως εκπρόσωπος του σουλτανικού στρατοπέδου, διαπραγματεύεται με ελκυστικές προτάσεις την επιστροφή τους στην οθωμανική νομιμότητα. Τον Δεκέμβριο του 1821, οι αγάδες, εκτιμώντας ότι πλέον η πλάστιγγα γέρνει στην πλευρά της Πύλης, αποσύρονται από τη συμμαχία. Το 1822, τα σουλτανικά στρατεύματα θα κυριεύσουν τα Γιάννενα και το Σούλι, ενώ το φθινόπωρο του 1822 θα καταλάβουν ολόκληρη τη δυτική Στερεά και θα πολιορκήσουν το Μεσολόγγι. Πολλοί χριστιανοί αρματολοί της δυτικής Ελλάδας αναγκάζονται να προσκυνήσουν, ενώ ορισμένοι, όπως οι Μπακόλας, Κουτελίδας, Βαρνακιώτης, θα παραμείνουν στην οθωμανική πλευρά σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης.

Οι Σουλιώτες, πρόσφυγες και πάλι, αναγκάζονται να συστρατευτούν στην ελληνική επανάσταση και βαθμιαία να ταυτιστούν με την εθνική ιδεολογία. Εάν το 1822 ο διαφωτιστής Κωνσταντίνος Πολυχρονιάδης τους χαρακτηρίζει ακόμη «Αλβανούς - φιλοχρήματους δηλονότι και ανίδεους του κόσμου»,(4) το 1828 ο δερβέναγας Κραβάρων, Αχμέτ Νεπρεβίστα, γράφει στον Κίτσο Τζαβέλα: «Και δια τόπον ελληνικόν όπου τον λέγεις, εδώ τόπος είμαι εγώ και νισαλά θέλεις με γνωρίσης ογλίγωρα. Μωρέ Κίτζο εγώ σε ηξεύρω Αρβανίτην ωσάν εμένα, εσύ πού στον διάβολο τα έμαθες αυτά τα ελληνικά και εγώ δεν το ξεύρω».(5)

Η παραπάνω συμμαχία εγγράφεται σε ατομικές στρατηγικές των μελών της για τη διατήρηση ή τη βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης. Εγγράφεται επίσης σε παραδοσιακούς δεσμούς μεταξύ αλβανόφωνων χριστιανών και μουσουλμάνων ή μεταξύ επαγγελματιών ενόπλων, που, ώς ένα βαθμό, διατηρήθηκαν σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης. Η συμμαχία διευκολύνθηκε επίσης από την ύπαρξη μιας ιδιαίτερης αλβανικής πολιτισμικής ταυτότητας, που επέτρεπε στους μεν μουσουλμάνους Αλβανούς να μην ταυτίζονται με τους Τούρκους, στους δε Έλληνες να διαφοροποιούν τους Αλβανούς από τους Τούρκους, επικαλούμενοι πολιτισμικές συγγένειες με τους Αλβανούς. Στο σύμπλεγμα αυτών των παραγόντων μπορεί να αποδοθεί το ότι η πλειονότητα των μουσουλμάνων που πήραν μέρος στην επανάσταση στο πλευρό των Ελλήνων ήταν Αλβανοί. Ανάλογα ερμηνεύονται και περιπτώσεις χριστιανών που πολέμησαν στις γραμμές των οθωμανικών στρατευμάτων, ακόμη και στο τέλος της επανάστασης: το 1828 ο Δ. Υψηλάντης επιτέθηκε στο χωριό Στεβενίκος της Βοιωτίας «το οποίον εφυλάττετο από εκατόν δέκα Τούρκους [= μουσουλμάνους] και τριάκοντα υπομισθίους Έλληνας, αρχηγός των οποίων ήτον Ιωάννης τις Ζεληνιώτης· τούτους άπαντας, ορμήσαντες οι Έλληνες εις τα οχυρώματα, εκυρίευσαν μετά δέκα λεπτών πεισματώδη μάχην, φονεύσαντες εξ αυτών τεσσαράκοντα τρεις».6

Στο ίδιο πλαίσιο μπορούν επίσης να ενταχθούν τα παρακάτω, από μια πλειάδα παρόμοιων, περιστατικά: Το 1822, όταν ο μικρασιατικής καταγωγής Κιουταχής εκστρατεύει στη δυτική Στερεά Ελλάδα, ο Αλβανός ανταγωνιστής του Ομέρ Βρυώνης, που διατηρούσε δεσμούς με χριστιανούς επαναστάτες οπλαρχηγούς, γράφει στον Γεώργιο Βαρνακιώτη: «Φίλε μου και πιστέ μου καπετάν Γεωργάκη, σου φιλώ τα μάτια. Και αυτού έρχεται ο χαλτούπης [χαλντούπης = υποτιμητική ονομασία που χρησιμοποιούσαν οι Αλβανοί για τους μικρασιάτες Οθωμανούς όπως ο Κιουταχής] και κοιτάξτε να μη με εντροπιάσετε, αλλά να τον κτυπήσετε, όσο και αν ημπορείτε. Αλλέως μη κάμετε, χαράμι να σας γένη! Ειπέ και του Ανδρέα [= Ανδρέα Ίσκου, ισχυρού οπλαρχηγού της επαρχίας Βάλτου] τα χαιρετήματα, και να μη δώση το ντουφέκι εις τον φίλον! [ειρωνική αναφορά στον Κιουταχή] από το κοντάκι ακάπνιγον, αλλ' από τον γλούπον [= στόμιο του όπλου] καπνισμένον».(7)

Το 1828 ο Γ. Δυοβουνιώτης προσπάθησε να πείσει τους Αλβανούς υπερασπιστές του Διστόμου να του παραδώσουν το χωριό, λέγοντας τα εξής: «Επειδή και είσθαι Αλβανοί και με το να έχωμεν μαζύ σας παντοτεινήν σχέσιν, και φιλίαν, σας συμβουλεύω ν’ αφήσετε το Δίστομον και υπάγετε εις την Λαμίαν, πριν έλθη ο Στρατάρχης [= Δ. Υψηλάντης] με το πολύ στράτευμα· διότι τότε και να παραδοθήτε, μέλλετε να χάση τουλάχιστον τα όπλα, τώρα όμως σας αφήνω ελευθέρους να λάβετε όλα σας τα πράγματα […]». Πεισθέντες τελικά οι Αλβανοί αποχώρησαν.(8)

Όλα τούτα δεν αναιρούν φυσικά το γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι Αλβανοί στην επανάσταση συντάχθηκαν κατά βάση με την Πύλη, καθώς η κύρια ταυτοτική διάκριση στον οθωμανικό κόσμο ήταν θρησκευτική και συνακόλουθα το θρήσκευμα ήταν βασικός, όχι όμως αποκλειστικός, παράγοντας της κοινωνικής ιεράρχησης. Υποδεικνύουν επίσης ρωγμές που υπήρχαν σε αυτό το παραδοσιακό πλαίσιο, αλλά και ρωγμές που επέφερε βαθμιαία η έλευση των νεωτερικών ιδεών.

* Ο Παναγιώτης Στάθης είναι ιστορικός

1. Για την ελληνοαλβανική συμμαχία βλ. αναλυτικά Βάσω Ψιμούλη, Μάρκος Μπότσαρης, Αθήνα 2010, 24-60· Μανόλης Φανουράκης, «Η ‘ελληνοαλβανική συμμαχία’ του 1821», Δοκιμές, 8 (φθινόπωρο 1999), 127-156. Για τις δύο σωζόμενες εκδοχές του εγγράφου, με μικροδιαφορές ανάλογα με τον αποδέκτη, βλ. Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον Αλ. Μαυροκορδάτου, Αθήνα 1963, τχ. 1, 61-63 και Νεόφυτος Φυσεντζίδης, Ανέκδοτοι αυτόγραφοι επιστολαί των επισημοτέρων ελλήνων οπλαρχηγών, Αλεξάνδρεια 1893, 93-94

2 Αικατερίνη Κουμαριανού (επιμ.), Ο Τύπος στον Αγώνα, Αθήνα 1971, τ. Α', 21

3. Διονύσιος Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τ. 3, Αθήνα 1957, 302

4. Εμμ. Πρωτοψάλτης, ό.π., 216

5. Βάσω Ψιμούλη, Σούλι και Σουλιώτες, Αθήνα, Εστία, (2)2005, 471

6. Χριστόφορος Περραιβός, Πολεμικά Απομνημονεύματα, Αθήνα 1836, τ. Β', 171

7. Γεώργιος Γαζής, Λεξικόν της επαναστάσεως και άλλα έργα, Ιωάννινα 1971, 27-28

8. Χριστόφορος Περραιβός, ό.π., 172