Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επέτειος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επέτειος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

133 χρόνια από τη γέννησή του: Ο πολιτικός Αϊνστάιν


Του Πάνου Τριγάζη*

Στις 14 Μαρτίου 2012 συμπληρώθηκαν 133 χρόνια από τη γέννηση του Άλμπερτ Αϊνστάιν στο Ουλμ της Γερμανίας.

Όλοι έχουμε ακούσει και διαβάσει κάτι για τον Αϊνστάιν ως τον κορυφαίο επιστήμονα του 20ου αιώνα, που από το 1905 διατύπωσε τη θεωρία της σχετικότητας, ανατρέποντας τις μέχρι τότε επιστημονικές αντιλήψεις για τον χώρο και τον χρόνο, την ύλη και την ενέργεια. Ωστόσο, δεν είναι ευρύτερα γνωστές οι πολιτικές ιδέες και η πολιτική δράση του Αϊνστάιν.

Στους πολλούς είναι εντελώς άγνωστο το γεγονός ότι έχει συνεισφέρει σημαντικές ιδέες και πλούσια δράση ως ανθρωπιστής, ειρηνιστής, αντιμιλιταριστής, αντιρατσιστής και σοσιαλιστής. Το 1933 έγινε ο πιο διάσημος πολιτικός πρόσφυγας, καταφεύγοντας στις ΗΠΑ για να ξεφύγει από το χιτλερικό καθεστώς της Γερμανίας, που είχε ήδη εξαπολύσει πογκρόμ σε βάρος των Εβραίων. Στις ΗΠΑ ανέπτυξε πλούσια επιστημονική και πολιτική δράση για την ειρήνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα και το 1949 δημοσίευσε ένα βαρυσήμαντο άρθρο στο πρώτο τεύχος του περιοδικού “Monthly Review” με τίτλο «Γιατί ο Σοσιαλισμός». Η τελευταία υπογραφή του, μια εβδομάδα πριν πεθάνει στις 18.4.1955 στο Πρίνστον, ήταν κάτω από το περίφημο «μανιφέστο Αϊνστάιν - Ράσσελ» που αποτέλεσε τη βάση για ένα από τα μεγαλύτερα παγκόσμια αντιπυρηνικά κινήματα, το Pugwash.

«Τον θαυμάζω όχι μόνο ως μεγάλο επιστήμονα, αλλά και ως μεγάλο άνθρωπο» έγραφε για τον Αϊνστάιν ο τιμημένος με Νόμπελ Ειρήνης (1995) συνάδελφός του Τζόζεφ Ροτμπλατ σε επιστολή που μας έστειλε στις 11 Ιουνίου 2005. «Παρά τη διάνοιά του και τη φήμη του συμπεριφερόταν πάντοτε με μεγάλη απλότητα», γράφει ο Μπέρτραντ Ράσσελ για τον χαρακτήρα του συναδέλφου του.

«Η αντιπάθεια του Αϊνστάιν προς την πρωσική στρατοκρατική παράδοση τον οδήγησαν - ήδη δεκαπεντάχρονο - γράφει ο καθηγητής της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ευθύμης Παπαδημητρίου - να αποφύγει τη στράτευση εγκαταλείποντας τη Γερμανία και καταφεύγοντας στη φιλελεύθερη και ουδέτερη Ελβετία. Παραιτείται από τη γερμανική του υπηκοότητα, και παραμένει για πέντε χρόνια χωρίς υπηκοότητα, λόγω της αντιπάθειας που τρέφει προς τη γερμανική μιλιταριστική νοοτροπία»

«Η αποστροφή του -συνεχίζει ο Ευθ. Παπαδημητρίου - προς κάθε μορφή εξουσίας επρόκειτο να τον συνοδεύσει σε όλη τη μετέπειτα ζωή του. Έχοντας ταξιδέψει και ζήσει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αισθάνεται λιγότερο Γερμανός και περισσότερο Ευρωπαίος πολίτης και αργότερα πολίτης όλου του κόσμου, όντας αφιερωμένος στην επιστημονική έρευνα και την υπόθεση της παγκόσμιας ειρήνης και της δικαιοσύνης».

Μετά τα ολοκαυτώματα της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, στις 6 και 9 Αυγούστου 1945, ο Αϊνστάιν ξεκίνησε από τους πρώτους τον αγώνα για την απαγόρευση των πυρηνικών όπλων, ιδρύοντας κίνηση το 1946 με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Επιτροπή Έκτακτης Ανάγκης Ατομικών Επιστημόνων».

Ωστόσο, η είσοδος στον ψυχρό πόλεμο έκανε το έργο τέτοιων κινήσεων εξαιρετικά δυσχερές, ιδιαίτερα στα χρόνια του «Μακαρθισμού» όταν και ο Αϊνστάιν βρέθηκε στο στόχαστρο της περιβόητης υποεπιτροπής ερευνών της Γερουσίας για «αντιαμερικανικές ενέργειες». Δεν κάμφθηκε, όμως, ο Αϊνστάιν και μάλιστα δεν δίστασε να απευθύνει έκκληση στον πρόεδρο Τρούμαν για τη ζωή του ζεύγους Εθελ και Τζούλιους Ρόζεμπεργκ, που είχαν κατηγορηθεί για κατασκοπία σε όφελος της ΕΣΣΔ και είχαν καταδικαστεί σε θάνατο, ποινή που τελικά εκτελέστηκε.

«Γιατί ο σοσιαλισμός»

Το άρθρο του «Γιατί ο σοσιαλισμός», που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 1949 στο πρώτο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού «Monthly Review» του φίλου του Paul Sweezy, ήταν από τις σημαντικότερες πολιτικές παρεμβάσεις του Αϊνστάιν, τα δύσκολα εκείνα χρόνια.

Ο Αϊνστάιν πίστευε στην ικανότητα των ανθρώπων να ορίζουν τη μοίρα τους. «Τα ανθρώπινα όντα δεν είναι καταδικασμένα, λόγω της βιολογικής τους συγκρότησης, να αλληλοεξοντώνονται ή να βρίσκονται στο έλεος μιας σκληρής και αμετάτρεπτης μοίρας», έγραφε στο άρθρό του, προσθέτοντας ότι «ο ανταγωνισμός χωρίς όρια οδηγεί σε τεράστια σπατάλη εργασίας...».

Κατά τον Αϊνστάιν, η εξάρτηση του ανθρώπου από την κοινωνία αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο και καθοριστικό για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του καθενός. Απέδιδε ιδιαίτερη σημασία στον κοινωνικά συνειδητοποιημένο πολίτη, γράφοντας σε επιστολή του, το 1932, ότι «η πραγματική αξία ενός ανθρώπου κρίνεται κυρίως από το κατά πόσον έχει κατορθώσει να απελευθερωθεί από το εγώ του». Σε μια άλλη επιστολή το 1931 γράφει: «Να χαίρεσαι με τις χαρές των άλλων και να υποφέρεις μαζί τους - αυτοί είναι οι καλύτεροι οδηγοί για τον άνθρωπο».

Είναι αξιοσημείωτο ότι από τότε ο Αϊνστάιν έβλεπε να συντελείται η παγκοσμιοποίηση. «Θα αποτελούσε μικρή υπερβολή - έγραφε - να ισχυριστούμε ότι ακόμα και τώρα έχουμε μια πλανητική κοινότητα παραγωγής και κατανάλωσης». Παράλληλα, εκτιμούσε ότι «το ιδιωτικό κεφάλαιο τείνει να συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια», προσθέτοντας ότι «αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι η δημιουργία μιας ολιγαρχίας του ιδιωτικού κεφαλαίου και η τεράστια δύναμή του που δεν μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά ακόμα και στις δημοκρατικά οργανωμένες πολιτικές κοινωνίες».

Στο ίδιο άρθρό του ο μεγάλος επιστήμονας επισήμαινε φαινόμενα διαπλοκής, γράφοντας ότι «τα μέλη των νομοθετικών σωμάτων επιλέγονται από πολιτικά κόμματα που χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό και επηρεάζονται και με άλλους τρόπους από τους ιδιώτες καπιταλιστές», με συνέπεια «οι αντιπρόσωποι του λαού να μην προστατεύουν ικανοποιητικά τα συμφέροντα των μη προνομιούχων τμημάτων του πληθυσμού».

Υποστήριζε θερμά τον σοσιαλισμό ο Αϊνστάιν για την απαλλαγή της κοινωνίας από τα δεινά που περιέγραφε, ωστόσο προειδοποιούσε ότι «η σχεδιασμένη οικονομία δεν αποτελεί ακόμα σοσιαλισμό», αφού «μια σχεδιασμένη οικονομία ως τέτοια μπορεί να συνοδεύεται από πλήρη υποδούλωση του ατόμου». Έθετε, λοιπόν, το ζήτημα «πώς μπορούν να προστατευτούν τα δικαιώματα του ατόμου και ως εκ τούτου να κατοχυρωθεί το δημοκρατικό αντίβαρο στη δύναμη της γραφειοκρατίας».

Πάνω απ' όλα ο Αϊνστάιν ήταν πολέμιος του πολέμου. Καλούσε όλη την ανθρωπότητα να ενωθεί, παραμερίζοντας πολιτικές ή άλλες διαφορές, μπροστά στον κίνδυνο της πυρηνικής καταστροφής. «Θυμηθείτε ότι είσθε άνθρωποι και ξεχάστε τα υπόλοιπα», έλεγε στο κοινό του μανιφέστο με τον Μπέρτραντ Ράσσελ, το 1955. Είναι χαρακτηριστική η φράση του: «Ο πόλεμος δεν μπορεί να γίνει ανθρώπινος, μόνο να καταργηθεί μπορεί».

* Ο Πάνος Τριγάζης, υπεύθυνος του Τμήματος Εξωτερικής Πολιτικής του του ΣΥΝ, πρόεδρος του "Συνδέσμου Μπάϋρον για τον Φιλελληνισμό και τον πολιτισμό" , έχει γράψει μαζί με τον καθηγητή Ευθύμη Παπαδημητρίου το βιβλίο «Αγαπητέ Αϊνστάιν» (εκδόσεις «Ταξιδευτής» 2005)

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Αυτοδιοίκηση και πολιτικές ισότητας


Γράφει η Εύη Πάτκου:

Το φθινόπωρο που μας πέρασε 126 δήμοι υπέγραψαν την Ευρωπαϊκή Χάρτα για την Ισότητα των Φύλων στις τοπικές Κοινωνίες και ανέλαβαν δημόσια δέσμευση για την ανάπτυξη και εφαρμογή σχεδίου δράσης για την ένταξη της ισότητας στις πολιτικές του δήμου τους.

Οι περισσότερες «κατακτήσεις» των γυναικών στην πραγματική ζωή είναι μάλλον «θεωρητικές» και το γυναικείο και φεμινιστικό κίνημα αγωνίζονται για να αποκτήσουν τα γυναικεία κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα πραγματικό - υλικό χαρακτήρα. Στο επίπεδο του δήμου, «δείκτες» που δείχνουν την ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών θα μπορούσαν να είναι το ποσοστό βρεφονηπιακών και παιδικών σταθμών, η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, το ποσοστό ανεργίας των γυναικών, το ποσοστό κατανομής των εισοδημάτων, ο αριθμός αντρών και γυναικών εργαζομένων στις διάφορες υπηρεσίες του δήμου, το ποσοστό των γυναικών στο Δημοτικό Συμβούλιο, οι υποστηρικτικές δομές για την ενίσχυση και εξυπηρέτηση των γυναικών.

Κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο δήμος αποτελεί τη βαθμίδα διακυβέρνησης που βρίσκεται εγγύτερα στον πολίτη και στην πολίτισσα και ως εκ τούτου αποτελεί το καταλληλότερο δυνατό πεδίο για την καταπολέμηση της διαιώνισης και της αναπαραγωγής ανισοτήτων, και την προώθηση μιας πραγματικά δημοκρατικής κοινωνίας. Επίσης, είναι γενικά διαπιστωμένο ότι οι γυναίκες (όλων των ηλικιών) συχνά εμπλέκονται και αναλαμβάνουν δράσεις στα τοπικά πράγματα. Στη γειτονιά, στις σχολικές επιτροπές, στους συλλόγους γονέων, σε λαογραφικούς και πολιτιστικούς συλλόγους στα ΚΑΠΗ, ΚΔΑΠ, στους παιδικούς σταθμούς. Κάνουν δική τους υπόθεση τα «μικρά» ζητήματα της καθημερινότητας, που όμως είναι πολύ σημαντικά για την ανθρώπινη διαβίωση στην πόλη ή στο χωριό. Όλα αυτά αναδεικνύουν την ανάγκη να συστηματοποιηθούν οι παρεμβάσεις υπέρ των γυναικών και να ενσωματωθεί η διάσταση του φύλου σε όλες τις πολιτικές του δήμου, με τη δημιουργία υπηρεσιακών μονάδων για την ισότητα των φύλων στους νέους οργανισμούς των δήμων, που θα καλύπτουν τη βιωσιμότητα των πολιτικών και την παροχή συναφών υπηρεσιών. Γιατί είναι απαραίτητη αυτή η πολιτική; Γιατί οι γυναίκες και οι άνδρες κινούνται με διαφορετικό τρόπο στην πόλη, έχουν διαφορετικές ανάγκες, έχουν διαφορετική πρόσβαση σε πόρους, στην εργασία, στην εξουσία.

Έχει ενδιαφέρον για παράδειγμα να δούμε με ποιο τρόπο εντάσσεται η πολιτική για την ισότητα στα οικονομικά του δήμου, δηλαδή στον προϋπολογισμό του, στη δημοσιονομική πολιτική κ.λπ. Δεν θα έπρεπε, για παράδειγμα, να γνωρίζουμε αν και κατά πόσο ωφελούνται οι γυναίκες από τις δαπάνες του δήμου;

Ο δήμος μπορεί και πρέπει, να αναλαμβάνει συγκεκριμένες δράσεις αξιοποιώντας τις αρμοδιότητές του και σε συνεργασία με τοπικούς φορείς και γυναικείες οργανώσεις, ώστε να πραγματοποιεί μια διακυβέρνηση περισσότερο δημοκρατική για τα δύο φύλα. Με άλλα λόγια, για κάθε πολιτική του να τίθεται το ερώτημα ποιες είναι οι επιπτώσεις της στο τοπικό επίπεδο σε κάθε φύλο ξεχωριστά.

Οι δημοτικές αρχές, λοιπόν, των δήμων (τουλάχιστον) που υπέγραψαν τη Χάρτα Ισότητας των φύλων στις Τοπικές Κοινωνίες, πρέπει να δείξουν στην πράξη τη βούλησή τους για επιδίωξη ίσων ευκαιριών, να καταρτίσουν Σχέδιο Δράσης για την ένταξη της Ισότητας των Φύλων και στη συνέχεια να το εφαρμόσουν.

Επιπλέον, όταν μιλάμε για ισότητα, είναι απαραίτητο να μιλάμε όχι μόνο για ισότητα ευκαιριών αλλά και για ισότητα αποτελεσμάτων. Εκείνο, που θα περιμέναμε το γυναικείο κίνημα να κάνει, είναι να σηκώσει την κουρτίνα που διαχωρίζει την πραγματικότητα από τη συμβολική της αποτύπωση σε γενικές έννοιες περί ισότητας και «φερέλπιδα» προγράμματα. Να προσπαθήσει να εξηγήσει γιατί ενώ η νομική ισότητα των δύο φύλων είναι κατοχυρωμένη, εξακολουθεί να συνυπάρχει, με την κοινωνική υποτέλεια, την περιθωριοποίηση και εκμετάλλευση των γυναικών.

* Η Εύη Πάτκου είναι δημοτική σύμβουλος Δήμου Πυλαίας - Χορτιάτη

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Το «κατηγορώ» του Μπάιρον


Του ΠΑΝΟΥ ΤΡΙΓΑΖΗ*

Στις 27 Φεβρουαρίου 2012 συμπληρώνονται 200 χρόνια από την πρώτη ομιλία του Λόρδου Βύρωνα στη Βουλή των Λόρδων, όπου ο Μπάιρον υπήρξε καταπέλτης εναντίον νομοσχεδίου που προέβλεπε τη θανατική καταδίκη για τους εξεγερμένους κλωστοϋφαντουργούς του Νότινγχαμ, οι οποίοι έσπαγαν τους νέους αργαλειούς, που τους οδηγούσαν σε μαζική ανεργία και στην απελπισία. Εναντίον των εξεγερμένων, οι οποίοι είχαν συνασπιστεί κάτω από το λάβαρο του στρατηγού Λαντ (Ludd), που «μπορεί να ήταν και μυθικό πρόσωπο», κατά τον Κεν Κόουτς, Εργατικό Ευρωβουλευτή του Νότινγχαμ την περίοδο 1989-1999, είχε κινητοποιηθεί ο στρατός και όλος ο κρατικός μηχανισμός.

Ο Μπάιρον ήταν ο μόνος από τους Λόρδους που καταψήφισε το νομοσχέδιο και η ομιλία του ήταν ένα δριμύ «κατηγορώ» κατά της κοινωνικής αδικίας, αλλά και των δεινών που προκαλούσε η Βρετανική Αυτοκρατορία.

Ο Σύνδεσμος Μπάιρον για τον Φιλελληνισμό και τον Πολιτισμό μετέφρασε την ομιλία του Μπάιρον από τα αγγλικά (με τη βοήθεια του Θοδ. Ηλιάδη) και θα την παρουσιάσει σε δημόσια εκδήλωση, που θα γίνει στη «ΣΤΟΑ του Βιβλίου» στις 29.2.2012, ώρα 1 μ.μ. Κεντρικός ομιλητής στην εκδήλωση θα είναι ο Τόνι Σίμπσον, Διευθυντής του Ιδρύματος «Μπέρτραντ Ράσσελ» για την Ειρήνη, το οποίο εδρεύει στο Νότινγχαμ.

Ιδού μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την ομιλία του Μπάιρον:

«……Η πραγματική αιτία αυτής της απελπισίας και των επακόλουθων ταραχών είναι βαθύτερη. Όταν μας λένε ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν συνασπιστεί με στόχο όχι μόνο την καταστροφή της ίδιας τους της άνεσης, αλλά και αυτών καθ΄εαυτών των μέσων επιβίωσής τους, μπορούμε άραγε να παραβλέψουμε ότι είναι αυτή η οδυνηρή πολιτική, ο καταστροφικός πόλεμος των τελευταίων δεκαοκτώ ετών, που έχει καταστρέψει την άνεσή τους, την άνεσή σας, την άνεση όλων των ανθρώπων; Αυτή η πολιτική, η οποία έλκει την καταγωγή της από μεγάλους πολιτικούς που δεν είναι πλέον μαζί μας επιβίωσε τον θάνατό τους για να γίνει κατάρα επί των ζωντανών, σε τρίτη και τέταρτη γενιά!

Αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δεν κατάστρεψαν τους αργαλειούς τους μέχρι που έφτασαν να είναι άχρηστοι και χειρότερα από άχρηστοι: μέχρι που έγιναν πραγματικά εμπόδια στον αγώνα τους για τον επιούσιο άρτο.

Αλλά ενώ ο υψηλά ιστάμενος παραβάτης μπορεί να βρει τα μέσα για να ξεγελάσει το νόμο, πρέπει να θεσπιστούν νέες θανατικές ποινές, πρέπει να στηθούν νέες παγίδες θανάτου για το δύστυχο μηχανικό, που η λιμοκτονία τον οδηγεί στην ενοχή;

Οι άνθρωποι αυτοί ήταν πρόθυμοι να σκάψουν, αλλά το τσαπί βρισκόταν σε χέρια άλλων. Δεν ντρέπονταν να ζητιανέψουν, αλλά δεν υπήρχε κανείς να τους προσφέρει ανακούφιση. Είχαν αποκοπεί από τα ίδια τα μέσα της επιβίωσής τους, όλες οι άλλες θέσεις εργασίας ήταν κατειλημμένες. Και οι υπερβολές τους, ανεξάρτητα από το αν αξίζουν τον οίκτο και την καταδίκη, δύσκολα μπορούν να προκαλέσουν έκπληξη.

Αποκαλείτε αυτούς τους ανθρώπους όχλο, απελπισμένο, επικίνδυνο, και αδαή. Και φαίνεται να νομίζετε ότι ο μόνος τρόπος να καθησυχάσετε αυτό το 'πολυκέφαλο τέρας' ('bellua multorum capitum') είναι να κλαδέψετε μερικά από τα περιττά του κεφάλια...

Έχουμε άραγε επίγνωση των υποχρεώσεων μας προς έναν όχλο; Είναι αυτός ο ίδιος όχλος που δουλεύει τα χωράφια σας και υπηρετεί στα σπίτια σας, που επανδρώνει το ναυτικό σας και στρατολογείται στο στρατό σας, που σας επέτρεψε να αψηφήσετε όλη την υφήλιο, και μπορεί επίσης να αψηφήσει και εσάς τους ίδιους όταν η αδιαφορία και η συμφορά τους έχει φέρει σε απελπισία!

Έχω διασχίσει το πεδίο του πολέμου στην Χερσόνησο (Ιβηρική), έχω βρεθεί σε μερικές από τις πιο καταπιεσμένες επαρχίες της Τουρκίας, μα ποτέ, υπό τα πλέον δεσποτικά καθεστώτα απίστων, δεν έχω αντικρίσει τέτοια ελεεινή εξαθλίωση σαν και αυτή που είδα από τότε που επέστρεψα στην καρδιά μιας Χριστιανικής χώρας...

* Ο Πάνος Τριγάζης είναι Πρόεδρος του Συνδέσμου «ΜΠΑΪΡΟΝ» για τον φιλελληνισμό και τον πολιτισμό.

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Όψεις «συνεργασίας» χριστιανών και μουσουλμάνων στην περίοδο της Επανάστασης

ΟΜΕΡ ΒΡΥΩΝΗΣ Το 1822, όταν ο μικρασιατικής καταγωγής Κιουταχής εκστρατεύει στη δυτική Στερεά Ελλάδα, ο Αλβανός ανταγωνιστής του Ομέρ Βρυώνης, που διατηρούσε δεσμούς με χριστιανούς επαναστάτες οπλαρχηγούς, γράφει στον Γεώργιο Βαρνακιώτη: «Φίλε μου και πιστέ μου καπετάν Γεωργάκη, σου φιλώ τα μάτια. Και αυτού έρχεται ο χαλτούπης [χαλντούπης = υποτιμητική ονομασία που χρησιμοποιούσαν οι Αλβανοί για τους μικρασιάτες Οθωμανούς όπως ο Κιουταχής] και κοιτάξτε να μη με εντροπιάσετε, αλλά να τον κτυπήσετε, όσο και αν ημπορείτε. Αλλέως μη κάμετε, χαράμι να σας γένη!


Του Παναγιώτη Στάθη*

Για την παραδοσιακή εθνική ιστοριογραφία, η επανάσταση του 1821 συνιστά την κατάληξη δύο αδιάκοπα αντιπαρατιθέμενων εθνών: των κατακτητών Τούρκων και των σκλαβωμένων Ελλήνων. Καθώς όμως ο κύριος ταυτοτικός προσδιορισμός στην οθωμανική περίοδο ήταν θρησκευτικός, η εθνική ιστοριογραφία διολισθαίνει σε μια εθνική τυπολογία, όπου οι χριστιανοί των ελλαδικών περιοχών είναι Έλληνες και, αντιστοίχως, οι μουσουλμάνοι είναι Τούρκοι. Παράλληλα, η εθνική ιδεολογία καθιστά το έθνος μια οντότητα αχρονική και ανιστορική, χωρίς σημαντικές αλλαγές στο πέρασμα του χρόνου και χωρίς ανταγωνιστικές κοινωνικές ή εθνοτικές ταυτότητες που να διαμφισβητούν την πρωταρχικότητα αφοσίωσης στο έθνος. Για την εθνική ιστοριογραφία, οι όποιες σχέσεις ή συνεργασίες χριστιανών με μουσουλμάνους, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, είτε εξοβελίζονται ως προδοσίες είτε εκλαμβάνονται ως τεχνάσματα των Ελλήνων για να ξεγελάσουν τους Τούρκους.

Ωστόσο, η δυνατότητα ακριβώς αυτών των συνεργασιών υποδεικνύει ότι η μετάβαση από τις παραδοσιακές προεπαναστατικές ταυτότητες στην εθνική δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε αυτόματη, χωρίς δηλαδή επαναπροσδιορισμούς που συντάραζαν συθέμελα τον ιδεολογικό κόσμο των κοινωνικών υποκειμένων. Στον παραδοσιακό οθωμανικό κόσμο είχαν διαμορφωθεί ιδεολογικά μορφώματα που νομιμοποιούσαν την υποταγή των χριστιανών, είχαν όμως, παράλληλα, διαμορφωθεί κοινωνικές ιεραρχίες ή σχέσεις που έτεμναν κάθετα την οριζόντια διαστρωμάτωση μουσουλμάνων-χριστιανών: λ.χ. ο χώρος των επαγγελματιών ενόπλων χαρακτηριζόταν από έντονη κοινωνική κινητικότητα και μεικτή θρησκευτική δομή, μολονότι η κινητικότητα αυτή είχε περιορισμένα όρια για τους χριστιανούς. Παραδοσιακές προσλήψεις της κοινωνικής οργάνωσης και διαθρησκευτικοί δεσμοί μπορούσαν να ανακληθούν, κάθε φορά που η επανάσταση έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα ή τις ζωτικές ανάγκες κοινωνικών ομάδων ή ατόμων.

Η πιο γνωστή περίπτωση συνεργασίας μουσουλμάνων-χριστιανών είναι η λεγόμενη ελληνοαλβανική συμμαχία του 1821, που επικυρώνεται με έγγραφο της 1ης Σεπτεμβρίου 1821(1) και συνιστά την κατάληξη εξελίξεων που ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1820, όταν ξέσπασε η από καιρό σοβούσα κρίση μεταξύ Αλή πασά και σουλτάνου. Ισχυρά σουλτανικά στρατεύματα εκστράτευσαν εναντίον του ανυπάκουου στην Πύλη και ημιαυτόνομου Αλή, ενώ οι εντεταλμένοι για την άμυνα σε διάφορα σημεία του πασαλικιού, χριστιανοί και μουσουλμάνοι οπλαρχηγοί του Αλή, μπροστά στις υπέρτερες σουλτανικές δυνάμεις, «προσκύνησαν», αφήνοντας τα σουλτανικά στρατεύματα να περάσουν ελεύθερα, και οι περισσότεροι πέρασαν στο σουλτανικό στρατόπεδο με αντάλλαγμα τη διατήρηση αρματολικιών και διοικητικών θέσεων. Ανάμεσά τους, ήταν γνωστοί αρματολοί, όπως οι Λαζαίοι, Βλαχαβαίοι, Καρατάσος, Μπακόλας, Στορνάρης, Ανδρούτσος, ακόμη και οι γιοι του Αλή πασά. Έτσι, οι σουλτανικοί φτάνουν εύκολα στα Γιάννενα και αρχίζουν να πολιορκούν τον Αλή. Παράλληλα, καλούν όσους είχε εκδιώξει ο Αλής από τις περιοχές τους (όπως οι Σουλιώτες) να επιστρέψουν και να ενισχύσουν τις σουλτανικές δυνάμεις, με αντάλλαγμα την επανεγκατάσταση στα χωριά τους.

Οι Σουλιώτες

Τον Σεπτέμβριο του 1820, ο Αλή πασάς έχει μείνει σχεδόν μόνος στα Γιάννενα και οι μέρες του δείχνουν μετρημένες. Ωστόσο, η απρόσμενη αντοχή του στην πολιορκία και οι διογκούμενες δυσαρέσκειες πολλών οπλαρχηγών του σουλτανικού στρατοπέδου, εξαιτίας της αθέτησης των σουλτανικών υποσχέσεων για απονομή αξιωμάτων, αλλάζουν τη ροή των πραγμάτων. Οι Σουλιώτες, βλέποντας ότι οι σουλτανικοί αποφεύγουν να τους δώσουν το Σούλι, προσχωρούν στον Αλή πασά, με αντάλλαγμα το Σούλι. Στον Αλή πασά επιστρέφουν και αρκετοί μουσουλμάνοι Αλβανοί αγάδες, πρώην οπλαρχηγοί του Αλή, που είχαν προσχωρήσει στους σουλτανικούς και δυσαρεστήθηκαν από τη βαθμιαία υποβάθμισή τους στο σουλτανικό στρατόπεδο. Από τον Ιανουάριο του 1821, Σουλιώτες και Αλβανοί αγάδες δρουν από κοινού εναντίον των σουλτανικών στρατευμάτων και καταφέρνουν, μέχρι το καλοκαίρι του 1821, να ελέγξουν μεγάλο τμήμα της Ηπείρου. Παράλληλα, την άνοιξη ξεκινά η επανάσταση στην Πελοπόννησο και την ανατολική Στερεά, ταραχές και ανταρσίες ξεσπούν στην Αλβανία και διογκώνεται η δυσαρέσκεια των αγροτικών πληθυσμών της Ηπείρου και της δυτικής Στερεάς, εξαιτίας της κρίσης που επιφέρει η πολεμική σύγκρουση Αλή-σουλτάνου στην περιοχή τους (αναγκαστική φορολόγηση για τη σίτιση των στρατευμάτων και συνεχείς λεηλασίες). Οι εξελίξεις μοιάζουν να γέρνουν προς την πλευρά του Αλή πασά. Οι χριστιανοί αρματολοί των δυτικοελλαδικών περιοχών, πιεζόμενοι από βορρά, νότο και από τους πληθυσμούς των αρματολικιών τους, αλλάζουν στάση και σχεδόν ταυτόχρονα προσχωρούν στην ελληνική επανάσταση και συνάπτουν την προαναφερόμενη συμμαχία με τους Σουλιώτες και τους Αλβανούς αγάδες το καλοκαίρι του 1821. Στο κείμενο της συνθήκης, που έχει διακηρυγμένο σκοπό τη σωτηρία του Αλή πασά και «του εαυτού» τους, υπάρχουν δύο ρήτρες που ξεφεύγουν από το πνεύμα υποταγής στον Αλή: 1. Αν ο Αλή πασάς, όταν σωθεί, προσπαθήσει να βλάψει κάποιον από τους συμμάχους, όλοι οι σύμμαχοι οφείλουν να αντισταθούν. 2. Όσα τσιφλίκια είχε πάρει ο Αλής με τη βία, να απελευθερωθούν και να φορολογούνται ως ελεύθερα χωριά και όχι ως τσιφλίκια.

Η συνθήκη υπαγορεύεται από τις στρατηγικές διατήρησης των κεκτημένων συμφερόντων των παραδοσιακών επαγγελματιών ενόπλων και δεν εντάσσεται στους σχεδιασμούς της επανάστασης, μολονότι για λόγους τακτικής επιδοκιμάζεται από τις επαναστατικές αρχές. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1821 δημοσιεύεται στην εφημερίδα Αιτωλική του Μεσολογγίου το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι, που αναφέρεται στους μουσουλμάνους Αλβανούς της συμμαχίας:

«Aγάδες της Aλβανιτιάς του Λιουμ Tεπελένας

και σεις από τα άντικρυς χωρία της Δερβένας

η φήμη σας ονόμασε πύργους εμπιστοσύνης

γνήσια τέκνα της τιμής και της ευγνωμοσύνης».(2)

Επακόλουθο, ώς ένα βαθμό, αυτής της συμμαχίας είναι η χωριστή συνθήκη αποχώρησης που συνάπτουν οι έγκλειστοι στην πολιορκημένη Τριπολιτσά μουσουλμάνοι Αλβανοί με τους Έλληνες πολιορκητές. Οι Αλβανοί της Τριπολιτσάς είχαν συγγενικούς και άλλους δεσμούς με τους Αλβανούς αγάδες της προαναφερόμενης συμμαχίας. Οι Αλβανοί αγάδες που υπέγραψαν τη συμμαχία της 1ης Σεπτεμβρίου, μαθαίνοντας τη δύσκολη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Τριπολιτσά, ζήτησαν από τους χριστιανούς συμμάχους τους να μεσολαβήσουν για τον απεγκλωβισμό των εγκλείστων Αλβανών. Έτσι, εστάλησαν στην Τριπολιτσά οι προεστοί της Αιτωλοακαρνανίας, Χρηστάκης Στάικος και Δημήτρης Καραπάνος. Τελικά, μετά από διαπραγματεύσεις, κατέστη δυνατή στις 18 Σεπτεμβρίου 1821 συμφωνία μεταξύ των πολιορκημένων Αλβανών και των πολιορκούντων Ελλήνων, να αποχωρήσουν οι πρώτοι με τα όπλα τους και την κινητή περιουσία τους στην Ήπειρο και να μην ξαναπολεμήσουν κατά των Ελλήνων. Ο Κολοκοτρώνης, σε επιστολή του της 21/9/1821 προς τους Υδραίους προκρίτους, ανακοινώνει τη συμφωνία: «ήδη εποιήσαμεν συνθήκας μετά των Αλβανιτών και τοις εδώσαμεν την άφεσιν ανεπηρέαστον της εξόδου των διά την Ρούμελην προς τον Αλή πασάν, ποιήσαντες συμφωνίαν και συμμαχίαν μετ’ αυτών εν όσω ζη ο Αλή πασάς και είναι μεθ’ ημών, να είναι και αυτοί σύμμαχοι αχώριστοι […] Και αφού συν Θεώ απαλλαγώμεν των Αλβανιτών ελπίζομεν εντός ολίγου την καταστροφήν των εγχωρίων».(3) Έτσι, κατά την άλωση (23/9), σε εφαρμογή της συμφωνίας, οι Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας προστάτεψαν τους 2.000 περίπου Αλβανούς και τους συνόδεψαν μέχρι το Αίγιο.

Το φθινόπωρο του 1821, κατά την εκλογή αντιπροσώπων για την Α' εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, οι Αλβανοί αγάδες ορίζουν τους μουσουλμάνους Tαχήρ Aμπάζη και Zατόμπεη Bασιάρη. Αυτοί, περνώντας από την Αιτωλοακαρνανία, βλέπουν ότι οι χριστιανοί έχουν βεβηλώσει τα τζαμιά και κακοποιήσει τις μουσουλμάνες γυναίκες και έχουν εξεγερθεί εναντίον όλων των μουσουλμάνων αδιακρίτως. Οι Αμπάζης και Βασιάρης επιστρέφουν στην Ήπειρο, την ώρα που ο Αλή πασάς, εξουθενωμένος από τη μακρά πολιορκία, δείχνει πλέον να μην αντέχει. Ο παλαιός Αλβανός σύντροφός τους, Ομέρ Βρυώνης, ως εκπρόσωπος του σουλτανικού στρατοπέδου, διαπραγματεύεται με ελκυστικές προτάσεις την επιστροφή τους στην οθωμανική νομιμότητα. Τον Δεκέμβριο του 1821, οι αγάδες, εκτιμώντας ότι πλέον η πλάστιγγα γέρνει στην πλευρά της Πύλης, αποσύρονται από τη συμμαχία. Το 1822, τα σουλτανικά στρατεύματα θα κυριεύσουν τα Γιάννενα και το Σούλι, ενώ το φθινόπωρο του 1822 θα καταλάβουν ολόκληρη τη δυτική Στερεά και θα πολιορκήσουν το Μεσολόγγι. Πολλοί χριστιανοί αρματολοί της δυτικής Ελλάδας αναγκάζονται να προσκυνήσουν, ενώ ορισμένοι, όπως οι Μπακόλας, Κουτελίδας, Βαρνακιώτης, θα παραμείνουν στην οθωμανική πλευρά σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης.

Οι Σουλιώτες, πρόσφυγες και πάλι, αναγκάζονται να συστρατευτούν στην ελληνική επανάσταση και βαθμιαία να ταυτιστούν με την εθνική ιδεολογία. Εάν το 1822 ο διαφωτιστής Κωνσταντίνος Πολυχρονιάδης τους χαρακτηρίζει ακόμη «Αλβανούς - φιλοχρήματους δηλονότι και ανίδεους του κόσμου»,(4) το 1828 ο δερβέναγας Κραβάρων, Αχμέτ Νεπρεβίστα, γράφει στον Κίτσο Τζαβέλα: «Και δια τόπον ελληνικόν όπου τον λέγεις, εδώ τόπος είμαι εγώ και νισαλά θέλεις με γνωρίσης ογλίγωρα. Μωρέ Κίτζο εγώ σε ηξεύρω Αρβανίτην ωσάν εμένα, εσύ πού στον διάβολο τα έμαθες αυτά τα ελληνικά και εγώ δεν το ξεύρω».(5)

Η παραπάνω συμμαχία εγγράφεται σε ατομικές στρατηγικές των μελών της για τη διατήρηση ή τη βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης. Εγγράφεται επίσης σε παραδοσιακούς δεσμούς μεταξύ αλβανόφωνων χριστιανών και μουσουλμάνων ή μεταξύ επαγγελματιών ενόπλων, που, ώς ένα βαθμό, διατηρήθηκαν σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης. Η συμμαχία διευκολύνθηκε επίσης από την ύπαρξη μιας ιδιαίτερης αλβανικής πολιτισμικής ταυτότητας, που επέτρεπε στους μεν μουσουλμάνους Αλβανούς να μην ταυτίζονται με τους Τούρκους, στους δε Έλληνες να διαφοροποιούν τους Αλβανούς από τους Τούρκους, επικαλούμενοι πολιτισμικές συγγένειες με τους Αλβανούς. Στο σύμπλεγμα αυτών των παραγόντων μπορεί να αποδοθεί το ότι η πλειονότητα των μουσουλμάνων που πήραν μέρος στην επανάσταση στο πλευρό των Ελλήνων ήταν Αλβανοί. Ανάλογα ερμηνεύονται και περιπτώσεις χριστιανών που πολέμησαν στις γραμμές των οθωμανικών στρατευμάτων, ακόμη και στο τέλος της επανάστασης: το 1828 ο Δ. Υψηλάντης επιτέθηκε στο χωριό Στεβενίκος της Βοιωτίας «το οποίον εφυλάττετο από εκατόν δέκα Τούρκους [= μουσουλμάνους] και τριάκοντα υπομισθίους Έλληνας, αρχηγός των οποίων ήτον Ιωάννης τις Ζεληνιώτης· τούτους άπαντας, ορμήσαντες οι Έλληνες εις τα οχυρώματα, εκυρίευσαν μετά δέκα λεπτών πεισματώδη μάχην, φονεύσαντες εξ αυτών τεσσαράκοντα τρεις».6

Στο ίδιο πλαίσιο μπορούν επίσης να ενταχθούν τα παρακάτω, από μια πλειάδα παρόμοιων, περιστατικά: Το 1822, όταν ο μικρασιατικής καταγωγής Κιουταχής εκστρατεύει στη δυτική Στερεά Ελλάδα, ο Αλβανός ανταγωνιστής του Ομέρ Βρυώνης, που διατηρούσε δεσμούς με χριστιανούς επαναστάτες οπλαρχηγούς, γράφει στον Γεώργιο Βαρνακιώτη: «Φίλε μου και πιστέ μου καπετάν Γεωργάκη, σου φιλώ τα μάτια. Και αυτού έρχεται ο χαλτούπης [χαλντούπης = υποτιμητική ονομασία που χρησιμοποιούσαν οι Αλβανοί για τους μικρασιάτες Οθωμανούς όπως ο Κιουταχής] και κοιτάξτε να μη με εντροπιάσετε, αλλά να τον κτυπήσετε, όσο και αν ημπορείτε. Αλλέως μη κάμετε, χαράμι να σας γένη! Ειπέ και του Ανδρέα [= Ανδρέα Ίσκου, ισχυρού οπλαρχηγού της επαρχίας Βάλτου] τα χαιρετήματα, και να μη δώση το ντουφέκι εις τον φίλον! [ειρωνική αναφορά στον Κιουταχή] από το κοντάκι ακάπνιγον, αλλ' από τον γλούπον [= στόμιο του όπλου] καπνισμένον».(7)

Το 1828 ο Γ. Δυοβουνιώτης προσπάθησε να πείσει τους Αλβανούς υπερασπιστές του Διστόμου να του παραδώσουν το χωριό, λέγοντας τα εξής: «Επειδή και είσθαι Αλβανοί και με το να έχωμεν μαζύ σας παντοτεινήν σχέσιν, και φιλίαν, σας συμβουλεύω ν’ αφήσετε το Δίστομον και υπάγετε εις την Λαμίαν, πριν έλθη ο Στρατάρχης [= Δ. Υψηλάντης] με το πολύ στράτευμα· διότι τότε και να παραδοθήτε, μέλλετε να χάση τουλάχιστον τα όπλα, τώρα όμως σας αφήνω ελευθέρους να λάβετε όλα σας τα πράγματα […]». Πεισθέντες τελικά οι Αλβανοί αποχώρησαν.(8)

Όλα τούτα δεν αναιρούν φυσικά το γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι Αλβανοί στην επανάσταση συντάχθηκαν κατά βάση με την Πύλη, καθώς η κύρια ταυτοτική διάκριση στον οθωμανικό κόσμο ήταν θρησκευτική και συνακόλουθα το θρήσκευμα ήταν βασικός, όχι όμως αποκλειστικός, παράγοντας της κοινωνικής ιεράρχησης. Υποδεικνύουν επίσης ρωγμές που υπήρχαν σε αυτό το παραδοσιακό πλαίσιο, αλλά και ρωγμές που επέφερε βαθμιαία η έλευση των νεωτερικών ιδεών.

* Ο Παναγιώτης Στάθης είναι ιστορικός

1. Για την ελληνοαλβανική συμμαχία βλ. αναλυτικά Βάσω Ψιμούλη, Μάρκος Μπότσαρης, Αθήνα 2010, 24-60· Μανόλης Φανουράκης, «Η ‘ελληνοαλβανική συμμαχία’ του 1821», Δοκιμές, 8 (φθινόπωρο 1999), 127-156. Για τις δύο σωζόμενες εκδοχές του εγγράφου, με μικροδιαφορές ανάλογα με τον αποδέκτη, βλ. Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον Αλ. Μαυροκορδάτου, Αθήνα 1963, τχ. 1, 61-63 και Νεόφυτος Φυσεντζίδης, Ανέκδοτοι αυτόγραφοι επιστολαί των επισημοτέρων ελλήνων οπλαρχηγών, Αλεξάνδρεια 1893, 93-94

2 Αικατερίνη Κουμαριανού (επιμ.), Ο Τύπος στον Αγώνα, Αθήνα 1971, τ. Α', 21

3. Διονύσιος Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τ. 3, Αθήνα 1957, 302

4. Εμμ. Πρωτοψάλτης, ό.π., 216

5. Βάσω Ψιμούλη, Σούλι και Σουλιώτες, Αθήνα, Εστία, (2)2005, 471

6. Χριστόφορος Περραιβός, Πολεμικά Απομνημονεύματα, Αθήνα 1836, τ. Β', 171

7. Γεώργιος Γαζής, Λεξικόν της επαναστάσεως και άλλα έργα, Ιωάννινα 1971, 27-28

8. Χριστόφορος Περραιβός, ό.π., 172

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ Άρθρο του Engin Ardic (Τουρκική Εφημερίδα SABAH)‏


Με ένα εντυπωσιακά ειλικρινές άρθρο, που δηµοσιεύεται στην έγκυρη εφηµερίδα SABAH, από τον Engin Ardiç, γνωστό συγγραφέα και δηµοσιογράφο στην Τουρκία στηλιτεύεται ο Τουρκικός τρόπος εορτασµού της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαϊου:
"Τούρκοι συµπατριώτες, σταµατήστε πιά τίς φανφάρες καί τίς γιορτές γιά
τήν Άλωση, αρκετή ßία έχουµε δώσει στήν Ανατολή µε τίς πράξεις µας..."

ΑΝ οργανωνόταν στην Αθήνα συνέδριο µε θέµα «Θα πάρουµε πίσω την Πόλη»…

ΑΝ έφτιαχναν µακέτα µε τα τείχη της πόλης και τους στρατιώτες µε τις
πανοπλίες τους να επιτίθενται στην Πόλη… (όπως εµείς στην Τουρκία
κάνουµε κάθε χρόνο !)

ΑΝ ένας τύπος ντυµένος όπως ο περίφηµος Έλληνας νικηφόρος και σχεδόν
µυθικός Διγενής Ακρίτας έπιανε τον δικό µας Ulubatlι Hasan και τον
γκρέµιζε κάτω…

ΑΝ ξαφνικά έµπαινε στην πόλη κάποιος ντυµένος Αυτοκράτορας
Κωνσταντίνος πάνω σε ένα λευκό άλογο και δίπλα του άλλος ως Λουκάς
Νοταράς, ως Γεώργιος Φραντζής κι έµπαιναν ως αντιπρόσωποι της πόλης…
(όπως εµείς στην Τουρκία κάνουµε κάθε χρόνο !)

ΑΝ έφτιαχναν µια χάρτινη Αγία Σοφία που δεν είχε µιναρέδες αλλά Σταυρό…

ΑΝ έκαιγαν λιßάνι και έλεγαν ύµνους, θα µας άρεσε; Δεν θα µας άρεσε,
θα ξεσηκώναµε τον κόσµο, µέχρι που θα καλούσαµε πίσω τον πρέσßη µας
από την Ελλάδα.

Τότε, γιατί το κάνετε εσείς αυτό, κάθε χρόνο; Πέρασαν 556 χρόνια και
γιορτάζετε (την Αλωση) σαν να ήταν χθες; Γιατί κάθε χρόνο τέτοια
εποχή, ( µ΄ αυτές τις γιορτές πού κάνετε ) διακηρύσσετε σε όλο τον
κόσµο ότι: «αυτά τα µέρη δεν ήταν δικά µας, ήρθαµε εκ εων υστέρων και
τα πήραµε µε τη ßία». Για ποιο λόγο άραγε φέρνετε στη µνήµη µια
υπόθεση 6 αιώνων; Μήπως στο υποσυνείδητό σας υπάρχει ο φόßος ότι η
Πόλη κάποια µέρα θα δοθεί πίσω;

Μην φοßάστε, δεν υπάρχει αυτό που λένε µερικοί ηλίθιοι της Εργκενεκόν
περί όρων του 1919. Μη φοßάστε, τα 9 εκατοµµύρια Ελλήνων δεν µπορούν
να πάρουν την πόλη των 12 εκατοµµυρίων, και αν ακόµα την πάρουν δεν
µπορούν να την κατοικήσουν. Κι οι δικοί µας που γιορτάζουν την Άλωση
είναι µια χούφτα φανατικοί µόνο που η φωνή τους ακούγεται δύσκολα.

Ρε σεις, αν µας πούνε ότι λεηλατούσαµε την Πόλη τρεις τρεις και τρεις
νύχτες συνεχώς τι θα απαντήσουµε; Θα υπερασπιστούµε τον εαυτό µας στο
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων ή θα αφήσουµε το θέµα
στους ιστορικούς; Αντί να περηφανευόµαστε µε τις πόλεις που
κατακτήσαµε, ας περηφανευτούµε µε αυτές που ιδρύσαµε, αν υπάρχουν.
Αλλά δεν υπάρχουν. Όλη η Ανατολή είναι περιοχή µέ τήν ßία
κατακτηµένη... Ακόµα και το όνοµα της Ανατολίας δεν είναι αυτό που
πιστεύουν (ana=µανα, dolu=γεµάτη) αλλά προέχεται από την
ελληνική λέξη η Ανατολή. Ακόµα και η ονοµασία της Ισταµπούλ δεν
είναι όπως µας λέει ο Ebliya Celebi «εκεί όπου υπερτερεί το Ισλάµ»
τραßώντας τη λέξη από τα µαλλιά, αλλά προέρχεται από το «εις την
Πόλιν».

Εντάξει λοιπόν, αποκτήσαµε µόνιµη εγκατάσταση, τέλος η νοµαδική ζωή
και γι’ αυτό ο λαός αγοράζει πέντε - πέντε τα διαµερίσµατα. Κανείς δεν
µπορεί να µας κουνήσει, ηρεµήστε πια…Οι χωριάτες µας ας αρκεστούν στο
να δολοφονούν την Κωνσταντινούπολη χωρίς όµως πολλές φανφάρες…".

YAZARLAR
ENGİN ARDIÇ